Η φωνή εντός σου…
Αυτή τη φορά δεν θα σου κάνω πλάκα. Δεν θα γελάσεις. Θα σου χαμογελάσω. Θα σου φερθώ τρυφερά. Όμορφα. Γλυκά. Και ξέρω θα πονέσεις. Και θέλω να πονέσεις. Προσπαθείς με τόσο κόπο να το αποφύγεις που με προκαλείς. Και ξέρω γιατί θες να το αποφύγεις. Σε καταλαβαίνω. Σε βλέπω και σε νιώθω. Αυτό που δεν σου έμαθαν είναι πως η κατανόηση δεν είναι αποδοχή. Είναι απλώς μια ευκαιρία. Μια σπουδαία ευκαιρία να λάμψεις στο έρεβός σου. Κι όταν λάμψεις θα καταλάβεις κι εσύ. Άκουσα πάλι εκείνο το τραγούδι με τίτλο ‘όμορφοι κι ηττημένοι’. Και σε σκέφτηκα. Και ήθελα να αλλάξω τον τίτλο. Θα ήταν λίγο πιο άχαρος αλλά πιο ακριβής για όσα θέλω να πω και ας με συγχωρήσουν, που μετονόμασα εντός μου το παιδί τους, ο Αλέξανδρος κι η Μαρία. ‘όμορφοι γιατί ηττημένοι’.
Ζεις ήδη πολύ καιρό με τις ενοχές σου. Τις κρύβεις, τις φροντίζεις, τις ντύνεις και τις παίρνεις μαζί σου στα ραντεβού σου με την ζωή. Σαν μια σκουριά που βάφεις και ξαναβάφεις για να μην φαίνεται και να μην λερώνει το άγγιγμα. Κι αν κάποιος θελήσει να αγγίξει, ντρέπεσαι μην τυχόν και καταλάβει. Και τον απομακρύνεις όπως όπως ή με τακτ αν προλάβεις. Αγαπάς την υστεροφημία επειδή δέχτηκες πως τίποτα δεν διαρκεί. Δεν θες να γίνεις σπουδαίος. Θες να μοιάζεις σπουδαίος. Έτσι κι αλλιώς δεν θα αφήσεις ποτέ κανένα να δει την αλήθεια. Και είσαι τόσο μα τόσο σπουδαίος και δεν το ξέρει κανείς. Και η ενοχή πανταχού παρούσα. Διότι ξέχασες να συγχωρήσεις τον εαυτό σου και ζεις ως αθώος. Και δεν θες να συγχωρεθείς για να μην μετανιώσεις. Δεν θες να μετανιώνεις για τίποτα. Δεν σου έμαθαν πως δεν απαρνούμαστε όταν μετανοούμε.
Διότι δεν ξεχνάμε ποτέ τίποτα. Κι εσύ προσπαθείς εναγωνίως το μάταιο. Να ξεχάσεις. Να χαθείς αντί να λυτρωθείς. Να γαληνέψεις που δεν νιώθεις να πονάς, αντί να χαρείς που νίκησες τον πόνο. Να εκμηδενίσεις υπό τον φόβο να εκμηδενιστείς. Και φυσικά βρίσκεις τη δύναμη να λυγίσεις βουνά και να καταπιείς ηφαίστεια για μιας νύχτας ύπνο. Και σε θαυμάζουν. Και σε χαϊδεύουν. Και σου χαρίζονται. Και σ’ αγαπούν. Λένε. Και ξαναλένε. Και δεν βλέπουν. Τους έχεις διαλέξει έναν έναν. Κανείς δεν θα σε πονέσει. Θα σε αγαπούν μονάχα. Γι’ αυτό που είσαι, λες. Γι’ αυτό που θες να είσαι, λέω. Δεν γνωρίζουν. Και θα είναι πάντα εκεί, λες. Και θα στέκονται πάντα στον προθάλαμο που έφτιαξες, λέω. Κανείς στο κρεβάτι. Στο σαλόνι μονάχα. Με σουβέρ και χαρτοπετσέτες. Με αρωματικά και χαμόγελα. Με δώρα και χαρές και εκπλήξεις που ήδη έχεις φανταστεί. Σε έμαθαν πως δεν υπάρχει άλλο. Σου είπαν πειστικά πως έτσι γίνεται όταν μεγαλώνεις.
Και κάποια στιγμή… ναι υπήρξε μια στιγμή τέτοια… θυμάσαι αμυδρά πως υπήρξε σίγουρα μια στιγμή που σε κάνει να νιώθεις άβολα να περιγράψεις και να ερμηνεύσεις. Που σε ταράζει να θυμηθείς τι είπες και γιατί. Που σου προκαλεί ίλιγγο μια ανεξήγητη υποψία πως αν ανοίξεις αυτό το κουτί θα πρέπει να πονέσεις από την ανάγκη να μετανιώσεις που ξέχασες. Μια μικρούλα στιγμή που σου προκαλούσε πονοκέφαλο γιατί έμοιαζε να χωράει ολόκληρη τη ζωή και σε μπέρδευε το παράδοξο. Που ένιωσες γυμνός απέναντι στο φόβο. Απέναντι στο φως. Μέχρι που νόμισες πως ξαφνικά κρύωνες αδικαιολόγητα. Γύρισες μια μέρα σπίτι και βρήκες όλα τα ντουλάπια ανοιχτά. Όλες τις πόρτες ξεκλείδωτες. Όλα τα γράμματα και τις φωτογραφίες στο κρεβάτι. Και κατάλαβες. Και τρόμαξες. Και δεν έβρισκες λέξη. Και έπρεπε οπωσδήποτε να βρεις να πεις κάτι. Έκρυβες τόσο καιρό μια προσευχή και δεν τολμούσες να την κάνεις. Ήθελες τόσο μα δεν τολμούσες. Ήλπιζες να συμβεί ερήμην σου. Και έτρεμες στην ιδέα πως συνέβη. Δεν είχες προετοιμαστεί. Δεν σου έμαθαν να μπορείς αυτό που θέλεις. Συνήθισες στην ιδέα πως δεν μπορείς τόσο, που νόμισες πως δεν θέλεις πια. Και τώρα που ξαφνικά και χωρίς να ερωτηθείς, μπορούσες, έμοιαζες να μην θέλεις… έλεγες. Και δεν ήξερες πια ούτε τι μπορείς, ούτε τι θέλεις. Και περίμενες.
Έμαθες να μην αξίζεις τον έρωτα και τον αγαπούν τα όνειρά σου αντί να τον ζεις. Σου είπαν πως ο έρωτας είναι αυτόχειρας και μιας και δεν υπήρξε ένσταση στο σαλόνι, το κατάπιες αμάσητο. Οι μεγάλοι έρωτες γίνονται φαντάσματα, λες. Οι μεγάλοι έρωτες έχουν το θάρρος να ζουν, λέω. Σου είπαν όλοι πως είναι ο ένας. Ο ένας σου είπε πως ελπίζει να τον δεις. Σου είπαν όλοι ότι τους ανήκεις. Ο ένας σου είπε ότι σου ανήκει. Σου είπαν όλοι ότι θα σε περιμένουν και σε έκαναν να περιμένεις. Ο ένας σε περίμενε μόνος όσο εσύ περίμενες για να μην μείνεις μόνος. Και έγινε αφοσίωση. Και έγινε πίστη. Και έγινε δύναμη. Και παρέμεινε. Κι εσύ περίμενες. Και περίμενες πολύ. Και κουράστηκες. Και τώρα περιμένεις να ξεχάσεις για να μην μετανιώσεις. Γιατί αν μετανιώσεις φοβάσαι πως θα χρειαστεί να περιμένεις και πάλι. Και δεν αντέχεις άλλο να περιμένεις. Ξόδεψες όλο σου το θράσος να μην περιμένεις το χτες, και ξέχασες να έχεις θάρρος να περιμένεις για το αύριο. Θες μονάχα να κοιμηθείς. Τώρα. Μόνο για τώρα, λες. Λίγο. Λίγο ακόμα…
Κι εγώ… ο εαυτός σου, που τόσο περίμενα μαζί σου, σε αγαπάω ήδη. Γιατί σε ξέρω. Γιατί σε είδα. Γιατί είμαι εσύ. Εγώ, ο εαυτός σου, είμαι τα ντουλάπια, τα συρτάρια και οι πόρτες. Εγώ τα άνοιξα. Με εμένα θύμωσες. Εμένα προσπαθείς να ξεχάσεις. Εγώ, ο εαυτός σου, σε έχω ήδη συγχωρήσει. Έχω ήδη μετανιώσει. Έχω ήδη τις ενοχές σου στην πλάτη μου και τραβάω για την θάλασσα. Έχω ήδη χαρεί που δεν πονάω πια. Εγώ, ο εαυτός σου, είμαι ήδη ο έρωτας. Η δύναμη. Η πίστη. Η αφοσίωση. Εγώ είμαι ο ένας και εσύ οι όλοι. Για αυτό σε πονάω. Εγώ, ο εαυτός σου, είμαι ήδη στο κρεβάτι και κρατώ στις χούφτες μου τα όνειρα της αναμονής σου. Εγώ τα παίρνω απ’ το χέρι και τραβάω για τη θάλασσα. Εγώ, ο εαυτός σου, σε περιμένω… λίγο. Λίγο ακόμα…
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου