Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Η αγάπη ξεκινάει από μια συγνώμη…

Ημέρα Τετάρτη γύρω στις 9 το πρωί. Παπάκι σταματημένο σε φανάρια στην Αλεξάνδρας. Συνοδηγός ο Βασίλης. Είναι γύρω στα 45, με κατσαρά σκούρα μαλλιά, μέτριο ανάστημα και μάλλον σκληρά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο. Αμίλητος και με μάλλον βλοσυρό ύφος. Ακούγεται ήχος από κινητό. Ο Βασίλης ψάχνει την δεξιά τσέπη του και ξετρυπώνει μάλλον γρήγορα το κινητό του με μάλλον τρεμάμενη φωνή… «έλα αγάπη μου… ναι… τελικά με απέλυσαν… εντάξει είμαι μην ανησυχείς… ναι… Μαρία?... κι εγώ μάτια μου… κι εγώ… τα λέμε σπίτι…» «Πράσινο Αχμέτ! Πάμε να σε κεράσω…» Όταν άναψε το φανάρι δεν ήμουν πια ο ίδιος…

Η κάθε ιστορία απέκτησε πρόσθετα χαρακτηριστικά. Η κάθε κριτική μετριάστηκε, καταλάγιασε η ορμή, το βλέμμα βάθυνε όπως μπροστά σε θάλασσα που όλα όσα φανταζόμαστε έχουν την τάση να προβάλλονται σαν καραβάκια χάρτινα που μόλις ξεκίνησαν να ταξιδεύουν για να επιστρέψουν με απαντήσεις. Φυσούσε ελαφριά, ίσα που να ανοίγει το μέτωπο και να φαινόμαστε ίδιοι. Ίσα που να γίνεται φανερή η σκέψη. Ίσα που να μετατρέπει ένα κλάσμα του χρόνου σε ιερή στιγμή που μας κάνει όμορφους στη σιωπή μας και ευγενικούς στην γαλήνη μας. Άργησα να ανοίξω το γκάζι τουλάχιστον δύο δεύτερα και όταν τελικά το αποφάσισα, σε είχα κοιτάξει στα μάτια και είχαμε ήδη διηγηθεί την ιστορία μας. Και είχαμε ήδη γίνει φίλοι…

Ο Κώστας πάει Γ’ Δημοτικού. Είναι διάλειμμα. Τρέχει δαιμονισμένα πάνω κάτω με τους φίλους τους. Σε μια κρίσιμη στροφή που συνοδευόταν από σατανικά γέλια σκανταλιάς μεγάλης, ο Κώστας παραπατάει και σωριάζεται φαρδύς πλατύς. Σκίζει το παντελόνι του στο γόνατο και γεμίζει αίματα. Ο Κώστας ξεσπάει σε κλάματα. Ήξερε τι θα συμβεί… επιστρέφει σπίτι του, τον βλέπει η μάνα του η Ελένη, τον ρωτάει τι του συνέβη και ο διάλογος καταλήγει με ένα αλησμόνητο χαστούκι… του είχε ράψει η ίδια το παντελόνι. Τα έφερναν δύσκολα και έραβε μόνη της τα ρούχα της οικογένειας. Είχε βγάλει τα μάτια της στην ραπτομηχανή ξεπατικώνοντας το Bourda με τα έτοιμα πατρόν ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο. Ο Κώστας όρμησε κλαίγοντας στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον αδερφό του. Η Ελένη όρμησε επίσης στην κουζίνα και έβαλε και εκείνη τα κλάματα…

Δεκαετία ’80. Μια Ελλάδα που ξεχνούσε σιγά σιγά. Μια Ελλάδα που ονειρευόταν πως επιτέλους είχε έρθει η ώρα να σταματήσει να ζει στο ’60 της φτώχειας. Το ’70 το προσπέρασε αναγκαστικά γιατί έτρεχε να σωθεί από την ενοχή, την απογοήτευση και τη θλίψη που της φόρτωσαν κάτι παράξενοι τύποι που έπαιζαν τον «γιατρό» μαζί της με εφηβική έξαψη και απαίδευτα ιδεολογήματα απόρροια σεξουαλικής καταπίεσης. Και τώρα, κάθε της κίνηση, κάθε της σκέψη, κάθε βήμα ήταν ζυγισμένο από την αφόρητη και κουραστική ορμή για να προχωρήσει πάσει θυσία παρόλο που είχε εξαντληθεί τρέχοντας. Μια Ελλάδα που φόρτωνε ελπίδες και προσδοκίες στα μπαγκάζια της και ευχόταν τα βράδια να συναντήσει λωτοφάγους στο διάβα της. Δεν ήθελε την Ιθάκη. Να βρει καινούρια Ιθάκη έψαχνε. Και τελικά, συνάντησε όντως τους μυστήριους λωτοφάγους…

Και η ιστορία του Κώστα, με έναν μυστήριο τρόπο, μπήκε στις σελίδες ημερολογίου που παραπέμπει στο ’60. Και ο Κώστας, η Ελένη, η Αργυρώ, ο Βασίλης, η Κατερίνα και ο Αλέξανδρος δεν ξαναμίλησαν ποτέ για το ’80. Το συλλογικό ασυνείδητο μιας ολόκληρης χώρας απαρνήθηκε μια ολόκληρη δεκαετία. Ήθελε να την ξεχάσει και την ξέχασε. Προτίμησε να μάθει τα επιτόκια δανεισμού, τα μερίσματα, το περίφημο μάρκετινγκ, το life style. Σαν παιδί που ανακαλύπτει τη μαγεία των χρωμάτων και χαμογελάει καθώς η έξαψη της ανακάλυψης τον γαργαλάει γλυκά… είχε ξετρυπώσει καινούρια Ιθάκη και η εντολή ήταν πρόσω ολοταχώς…

Ο Κώστας, η Ελένη, η Αργυρώ, ο Βασίλης, η Κατερίνα και ο Αλέξανδρος, χτες πήγαν πρωί πρωί στην τράπεζα για επαναδιαπραγμάτευση του στεγαστικού, του καταναλωτικού, του επαγγελματικού. Πέρασαν απ’ το λογιστήριο να πάρουν την αποζημίωση, πέρασαν από τα αγγλικά του παιδιού να πληρώσουν δύο μήνες καθυστερημένους. Πέρασαν τη ζωή τους από το κομπιουτεράκι και τα όνειρά τους από την ζυγαριά. Και συναντήθηκαν χωρίς να γνωρίζονται και χωρίς να έχουν πουν κάτι ο ένας στον άλλο - από σεβασμό και γνώση όχι από ντροπή – στον καφενέ με ποτήρι ούζο και κοιτούσαν απέναντι, σε τοίχο γκαράζ, σαν σε θερινό σινεμά. Ήμουν εκεί και είδα την ταινία. Έξυπνο σενάριο, πλοκή έντονη, σασπένς και δράση. Και στο τέλος περίπατος αργός να καταλάβουμε την ταύτιση με τους ήρωες…

Το ταξίδι σωστό, η Ιθάκη λάθος. Το ’60 έκανες καλά και πάλαιψες σπουδαία και σ’ ερωτεύτηκαν. Το ’70 δεν είχες την πολυτέλεια και έτρεχες να γλυτώσεις και σε παντρεύτηκαν. Το ’80 έτρεξες να ξεχάσεις και το ’90 ήταν ήδη πολύ αργά γιατί είχατε παιδιά μαζί και παππούδες σε κλινική. Προσπάθησαν να στο πουν, αλλά όχι αρκετά. Η μέθη του ονείρου ήταν ασυναγώνιστη. Και τώρα, τώρα που δεν έχεις και πάλι την πολυτέλεια και καταλαβαίνεις ότι πρέπει να τρέξεις για να γλυτώσεις, είσαι ήδη πολύ κουρασμένος. Και δεν θα πας πουθενά. Θα κάτσεις στον καφενέ, θα πιεις το ούζο σου, θα δεις τα προσεχώς, και ύστερα θα περπατήσεις μέχρι το σπίτι σου και θα κοιμηθείς. Σιωπηλός. Θα είμαι κι εγώ εκεί. Θα σε κοιτάξω, θα καταλάβω, θα σου χαμογελάσω και θα σε συνοδεύσω σπίτι…

Η αγάπη ξεκινάει από μια συγνώμη. Κι όταν αναλάβει η αγάπη να σε πάει σπίτι γιατί θα ξέρει και θα έχει δει ποιος είσαι στ’ αλήθεια, θα έχεις αλλάξει για πάντα. Στο υπόσχομαι…