Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Οι τροχοί της τύχης…

Στάση στο Κιάτο για καφέ και βενζίνη. Τέντωμα στην καρέκλα. Πλησιάζει έτερος μηχανόβιος, αφήνει αποσκευές σε διπλανό τραπέζι, χαμογελά και ζητά να του τις προσέξουν για λίγο μέχρι να επιστρέψει. Κατάφαση με χαμόγελο και χωρίς δισταγμό. Έπειτα, ευχές για καλούς δρόμους...

Διαδρομή ζεστή. Χιλιόμετρα να ξεχνάς τι ώρα πήγε και τι ώρα θα φτάσεις. Λάστιχα να καίνε, εξάτμιση που ατμοποιεί κάθε ίχνος υγρασίας τυχαίας, ταχύτητα σχετικά χαμηλή για άνεση του συνοδηγού και εξάρτηση που σου θυμίζει επίμονα πως το μόνο που δεν θα ξεχάσεις είναι η σιγουριά πως κινδυνεύεις μονίμως. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται κάθε τόσο στην αντίθετη κατεύθυνση. Μηχανές που αναβοσβήνουν τη μεγάλη σκάλα, κόρνες, οδηγοί που τεντώνουν το χέρι στο πλάι, κράνη που ανεβοκατεβαίνουν για σινιάλο. Μια οικογένεια που μετακινείται πάνω κάτω και χαιρετάει τα μέλη της. Με ευγένεια και σεβασμό. Με μια μυστική κατανόηση…

Τα χιλιόμετρα ζωντανεύουν. Οι κραδασμοί σου υπενθυμίζουν το πεπερασμένο της ύπαρξης. Μια παράξενη ισορροπία σιωπής και θορύβου που φιλτράρει με μοναδικό τρόπο τη σκέψη και κατεβάζει την ουσία στις πραγματικές της διαστάσεις. Οι παλμοί συντονίζονται στους κυλίνδρους και το χέρι κρατά τις τύχες όλου του κόσμου. Δύο κλικ δεξιά, τρία κλικ αριστερά, σώμα λίγο μπρος και πλάγια. Ακούς το δρόμο και τον νοιώθεις. Ξέρεις πότε πρέπει και πότε όχι. Διαβάζεις το ταξίδι και το ζεις. Και μια γνώση που σε βασανίζει, σε κάνει να προχωράς και να συνεχίζεις απτόητος. Η γνώση πως είναι εξαιρετικά αμφίβολο το τι ακολουθεί και η βεβαιότητα του να μην αφεθείς στο έλεος της αμφιβολίας.

Η ανάσα εξημερώνει την αδρεναλίνη και την κρατά διαθέσιμη. Ένα νεύμα στον καθρέφτη πως όλα είναι καλά και συνεχίζεις να πιέζεις απαλά το γκάζι. Μια συμφωνία ανάμεσα σε θεό και δαίμονα πως αν τάξεις και στους δυο τα απαιτούμενα με τους χειρισμούς σου, θα τους έχεις πλάι σου να σε φροντίζουν. Είναι εκεί άλλωστε, παρόντες σε μάχη του μυαλού για επιβίωση. Και ο προαιώνιος φόβος, η απώλεια, έχει πρόσωπα χίλια. Είναι η στροφή. Η απροσεξία. Η αδάμαστη συγκίνηση. Ο υπερβάλλων εγωισμός. Η αφελής σιγουριά. Η απουσία σεβασμού που σαν φράση κόβεται στα δύο και μένει η απουσία μόνη. Κάθε νους που θυμάται να έχει συστηθεί με τον φόβο, γνωρίζει τα πρόσωπά του. Δεν υπάρχουν αυταπάτες. Η ζωή είναι δυνατή και χαμογελά σε κάθε χτύπο. Σου χαϊδεύει την πλάτη σε κάθε κίνηση.

Ο χώρος και ο χρόνος σε όλες τις πιθανές μεταβολές συντελείται εμπρός σου. Το πριν και το μετά στο ημερολόγιο του κοντέρ που μετρά απόσταση. Το ίδιο κοντέρ και στη σκέψη. Το σώμα υποκύπτει στην ένταση. Τεντώνεσαι. Θα σταματήσεις, όποτε θες και για όσο θες. Θα συνεχίσεις. Θα φτάσεις. Και θα επιστρέψεις. Σε κάθε χιλιόμετρο που πέρασε στην ιστορία, μια μεταμόρφωση. Όλα θα είναι αλλιώς. Κι ας έχεις το ίδιο βλέμμα, το ίδιο κορμί, την ίδια δίψα. Για όσο διήρκεσε το ταξίδι, είχες το νόημα σαν tattoo σε κάθε σκέψη. Και ένα κρυφό χαμόγελο γιατί ξέρεις καλά αυτό που δεν μπορείς να αποδείξεις όταν θα κατέβεις. Ο θεός υπάρχει παντού και η μηχανή σου μιλάει συνέχεια και σε αισθάνεται. Σε καταλαβαίνει και σαν πιστή φίλη θα προσπαθήσει να ανταποδώσει.

Άνθρωποι και μηχανές σε σχέση εξάρτησης και αγάπης. Στα parking κοιτάζονται με αλληλεγγύη και σεβασμό. Κοιτούν την συντροφιά σου που ξεκουράζεται και κρυώνει. Κοιτάς κι εσύ. Και καταλαβαίνεις τα πάντα. Δεν έχεις απορίες για όσο διαρκεί η μετάβαση από το σύνηθες στο απρόσμενο. Και γνωρίζεις βαθιά αυτό που οι άλλοι καταλαβαίνουν απλώς ως αφήγηση. Πως όταν συνομιλείς με το θάνατο, σου μιλάει για ζωή. Πως όταν δέχεσαι δια χειραψίας την μόνιμη παρουσία του, σου δίνει χρόνο να γνωρίσεις περισσότερα, να μάθεις όσο μπορείς καλύτερα και να χαμογελάς συχνότερα. Και δείχνει μια σχετική κατανόηση στην τάση σου να πιστέψεις πως γίνατε φίλοι, έτσι για να ξεγελάσεις λίγο το κορμί που σου λέει να κατέβεις.

Επιστροφή. Ουρές χιλιομέτρων. Κάπου κάποιος ξέχασε την συμφωνία και προσπάθησε να κλέψει. Ευτυχώς του χαρίστηκε λίγος χρόνος ακόμα να το σκεφτεί εκ νέου. Ο ίδιος χρόνος έγραψε με συν στα ρολόγια των υπολοίπων. Οι δύο τροχοί ανάβουν στα ζιγκ ζαγκ και το τιμόνι μετρά καθρέφτη με καθρέφτη. Κάποιοι σε σέβονται και κάποιοι ζηλεύουν. Κάποιοι θα σου κάνουν την απόδραση δύσκολη και κάποιοι θα σου αφαιρέσουν φιλότιμα χρόνο από την ώρα άφιξης. Θα χαιρετήσεις με νεύμα, θα κορνάρεις με νόημα, θα βρίσεις σπάνια και θα χαμογελάσεις όταν κατέβεις. Μια μαγική εξίσου στιγμή. Δυο κλικ τιμόνι δεξιά, νεκρά και stand κάτω. Και ο θεός να κρύβεται με ευχαρίστηση σε μια φράση που είτε την είπες είτε την σκέφτηκες, είτε την άκουσες να έρχεται από πίσω. Και να σου απαντά : «κι εγώ…»

Βάρκιζα τέλος!

Αγαπητέ πρώτε,

Σου γράφω επιτέλους ένα γράμμα, βρίσκοντας σιγά σιγά το θάρρος, το βηματισμό και έναν σχετικό μπούσουλα, έπειτα από πολύ καιρό. Τώρα που σου γράφω, βρίσκομαι στο τελευταίο ταξίδι, το ταξίδι της επιστροφής. Είδα πάρα πολλά, γνώρισα πολλούς όμοιούς μου και θαρρώ πως μπορώ πια να ομολογώ χωρίς τύψεις πως καταλαβαίνω περισσότερα και για μένα τον ίδιο και για σένα. Επιστρέφω με ένα και μοναδικό σκοπό. Να σε προετοιμάσω. Να σε προειδοποιήσω για την πρωτιά σου. Μια πρωτιά για την οποία αποδείχτηκες ανάξιος και μην μπορώντας να παραιτηθείς λόγω απουσίας δεύτερου, σε έφαγε από μέσα αυτό το αίσθημα υπεροχής ενώ έπρεπε να είναι αίσθημα ευθύνης.

Ήσουν ο κερδισμένος και συμπεριφέρθηκες αναλόγως. Τροπαιούχος και νικητής, εφάρμοσες με θρησκευτική ευλάβεια τις ιδέες σου και τις κατέστησες αυτονόητες. Με καταδίκασες σε πολύχρονη εσωστρέφεια και δικαίως με υποχρέωσες σε οπισθοχώρηση και περισυλλογή. Έχασα κάθε έρεισμα σ’ αυτό που ονομάτισες κοινωνία και η μειοψηφική σιωπή μου σου έδωσε τον πολύτιμο χώρο να αναπτυχθείς σαν τσουκνίδα στην συνείδηση των γενεών που σε διαδέχονται και σε καθιστούν διαχρονικό και αγέραστο…

Βάρκιζα τέλος! Σου κοινοποιώ εγγράφως πως η σύμβαση δεν θα ανανεωθεί. Η ιστορία κρίθηκε ασύμφορη για ανακύκλωση. Η παραμικρή παρέμβαση σου στην ερμηνεία της ουτοπίας κρίνεται από σήμερα ιδιαιτέρως τοξική και επιβλαβής για τα όνειρά μου. Δεν κρίνεται αναγκαία πλέον η διατήρηση ισορροπιών και η προστασία κανενός συστήματος αξιών. Μην ξεγελαστείς και τρέξεις να κρυφτείς πίσω από ιδέες και συστημικές προσεγγίσεις. Δεν μου χρειάζονται επιχειρήματα πολιτικά. Ούτε ιδεολογικά. Ξέρω πια πως η ζωή μου, οι συνήθειές μου, η ύπαρξη μου ολόκληρη μπορεί κάλλιστα να αποτυπωθεί στην απάντηση μιας και μονάχα ερώτησης. Ποιος είμαι? ότι πράττω...

Στο ίδιο ερώτημα σε έκρινα. Σε είδα, συνομίλησα μαζί σου, σου πρόσφερα την ευκαιρία να σκεφτείς, σε άκουσα και έβγαλα τα συμπεράσματα μου. Θα σε δικάσω. Δεν θα σου αναγνωρίσω το δικαίωμα αναστολής και κανενός είδους ελαφρυντικό. Σου αφαίρεσα το παραμικρό διαπραγματευτικό ατού, σου ξήλωσα τα μανίκια και έκαψα τους άσσους. Σου αφαίρεσα τους μηχανισμούς, την πρόσβαση και το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης. Είσαι εντελώς αβοήθητος. Και έτσι γυμνός όπως στέκεις μπροστά μου, μιας και δεν είμαι βασανιστής, θα σε αφήσω μόνο, ολομόναχο, μέχρι η δική σου απάντηση να μοιάσει στην δική μου. Τι έπραξες αξιότιμε κύριε πρώτε?

Ήμουν πεζός και με έβρισες. Ήμουν μετανάστης και με χτύπησες. Ήμουν γυναίκα και με βίασες. Ήμουν λιγότερο βιαστικός και με έσπρωξες. Ήμουν διαδηλωτής, με ψέκασες και με έσυρες στο δρόμο απ’ τα μαλλιά. Ήμουν αστυνομικός και με έκαψες. Ήμουν συνάδελφος και συνωμότησες εναντίον μου. Ήμουν το παιδί σου και με κακοποίησες. Ήμουν βιοπαλαιστής και με απέλυσες. Ήμουν επιχειρηματίας και πλήρωσα την εντιμότητά μου με το μαγαζί μου στο σφυρί. Ήμουν συνταξιούχος και μου μείωσες την σύνταξη και προσδοκώ σε έλεος. Ήμουν φοιτητής και οργάνωνες εκδρομές. Ήμουν νέος και ζητούσες να γεράσω.

Ήμουν άνεργος και με έβαλες να προσκυνώ βουλευτές. Ήμουν άσχημος και με σιχαινόσουν. Δεν είχα αυτοκίνητο και αρνήθηκες να με γνωρίσεις. Δεν είχα συμμορία και με έδειρες. Δεν είχα ακριβά ρούχα και με απέκλεισες. Δεν ήμουν δημόσιος υπάλληλος και μου αρνήθηκες το ξεκίνημα. Ήμουν κουρασμένος και με έκλεψες. Ήμουν ακαλλιέργητος και με εναπόθεσες σε χωματερές δικής σου εκμετάλλευσης. Ήμουν καλλιτέχνης και με έκανες κλικαδόρο για να σου χρωστώ ευγνωμοσύνη και να σε σφιχταγκαλιάζω ως αυθεντία και θεσμό.

Αγαπούσα το δάσος και μου το έκαψες για να μου πουλήσεις την μεζονέτα των ονείρων μου. Αγαπούσα τη θάλασσα και την μόλυνες για να υψώνεις κάτι περίεργα σημαιάκια στις παραλίες που σου ανήκουν. Και πληρώνω για να κολλήσω ασθένειες και να ντραπώ για την αισθητική των συνανθρώπων μου. Αγαπούσα να παίρνω τους δρόμους και να ταξιδεύω και με έβαλες να πληρώνω ακριβά ώστε να με πείσεις πως για το καλό μου, πρέπει να περιορίσω τις μετακινήσεις μου. Ήσουν από τους ισχυρούς παίκτες και εν μία νυκτί ανατίμησες τη ίδια μου την ζωή κατά 300% πάνω. Ήμουν αγρότης και με υποχρέωσες να σου πουλάω φθηνά και να εξαρτώμαι από επιδοτήσεις. Ήσουν πολιτικός, δημοσιογράφος, επιχειρηματίας, διοικητής, διευθυντής, σύμβουλος, στέλεχος, ειδικός, δικηγόρος, γιατρός, παρατρεχάμενος και περσόνα, θύτης! Και με υποχρέωσες να γίνω και εγώ συνένοχος και θύτης. Και επικαλέστηκα την άγνοιά μου και με λυπήθηκες.

Θέλησα να φύγω και ούτε αυτό δεν με άφησες να κάνω. Πίστεψες πως η υπεροχή σου πια θα είναι αδιαφιλονίκητη. Ήμουν πλέον πολύ φτωχός, πολύ κουρασμένος, πολύ μπερδεμένος και πολύ σιωπηλός…

Βάρκιζα τέλος! Όταν ανοίξεις το παράθυρο του αυτοκινήτου σου για να αδειάσεις στο δρόμο το τασάκι σου, κάνε μου τη χάρη να γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω. Θέλω να με δεις να έρχομαι. Όταν θα παρκάρεις σε αναπηρική θέση ή θα κόβεις την διέλευση σε καροτσάκια, κάνε μου τη χάρη να είσαι σε μια γωνιά να κρυφοκοιτάζεις. Θέλω να με δεις να έρχομαι. Όταν θα ξυπνάς το νεογέννητο μωρό μου από τα πανάκριβα ηχεία που μετατρέπουν την αηδία την ίδια σε κάτι που μοιάζει με τραγούδι και αλλοιώνουν στο μυαλό σου την έννοια του «μικροσκοπικού», κάνε μου τη χάρη να ξαναπεράσεις. Θέλω να με δεις να έρχομαι. Όταν θα βγεις στην τηλεόραση να πεις και να κάνεις ότι σου κατέβει εξ’ ονόματός μου, κάνε μου τη χάρη να προσέξεις πίσω από την κάμερα. Θέλω να με δεις να έρχομαι. Όταν χρησιμοποιήσεις την ιστορία μου για να αναλάβεις δράση ως εξοργισμένος πολίτης, κάνε μου τη χάρη να κοιτάξεις στα μάτια. Θέλω να με δεις να έρχομαι. όταν επιλέγεις το μίσος, κάνε μου τη χάρη να μεγαλώσεις τις τρύπες στην κουκούλα. Θέλω να με δεις να έρχομαι. όταν θα αποφασίσεις το αντίθετο από αυτό για το οποίο σε προτίμησα, κάνε μου τη χάρη να κοιτάξεις προς τα κάτω. Θέλω να με δεις να έρχομαι…

Βάρκιζα τέλος! Από τούδε και εφεξής, θα αναφέρεσαι στην πλησιέστερη ευγένεια, θα λογοδοτείς στον ίσκιο σου τον ίδιο. Θα υποχρεούσαι να αποδεικνύεις καθημερινά ακόμα και στα δημητριακά σου πως σου αξίζει να αναπνέεις. Και φυσικά θα πρέπει να έχεις βρει ικανοποιητικά επιχειρήματα. Και το χειρότερο? Θα με βλέπεις μονίμως μπροστά σου να έρχομαι…

Η αγάπη ξεκινάει από μια συγνώμη…

Ημέρα Τετάρτη γύρω στις 9 το πρωί. Παπάκι σταματημένο σε φανάρια στην Αλεξάνδρας. Συνοδηγός ο Βασίλης. Είναι γύρω στα 45, με κατσαρά σκούρα μαλλιά, μέτριο ανάστημα και μάλλον σκληρά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο. Αμίλητος και με μάλλον βλοσυρό ύφος. Ακούγεται ήχος από κινητό. Ο Βασίλης ψάχνει την δεξιά τσέπη του και ξετρυπώνει μάλλον γρήγορα το κινητό του με μάλλον τρεμάμενη φωνή… «έλα αγάπη μου… ναι… τελικά με απέλυσαν… εντάξει είμαι μην ανησυχείς… ναι… Μαρία?... κι εγώ μάτια μου… κι εγώ… τα λέμε σπίτι…» «Πράσινο Αχμέτ! Πάμε να σε κεράσω…» Όταν άναψε το φανάρι δεν ήμουν πια ο ίδιος…

Η κάθε ιστορία απέκτησε πρόσθετα χαρακτηριστικά. Η κάθε κριτική μετριάστηκε, καταλάγιασε η ορμή, το βλέμμα βάθυνε όπως μπροστά σε θάλασσα που όλα όσα φανταζόμαστε έχουν την τάση να προβάλλονται σαν καραβάκια χάρτινα που μόλις ξεκίνησαν να ταξιδεύουν για να επιστρέψουν με απαντήσεις. Φυσούσε ελαφριά, ίσα που να ανοίγει το μέτωπο και να φαινόμαστε ίδιοι. Ίσα που να γίνεται φανερή η σκέψη. Ίσα που να μετατρέπει ένα κλάσμα του χρόνου σε ιερή στιγμή που μας κάνει όμορφους στη σιωπή μας και ευγενικούς στην γαλήνη μας. Άργησα να ανοίξω το γκάζι τουλάχιστον δύο δεύτερα και όταν τελικά το αποφάσισα, σε είχα κοιτάξει στα μάτια και είχαμε ήδη διηγηθεί την ιστορία μας. Και είχαμε ήδη γίνει φίλοι…

Ο Κώστας πάει Γ’ Δημοτικού. Είναι διάλειμμα. Τρέχει δαιμονισμένα πάνω κάτω με τους φίλους τους. Σε μια κρίσιμη στροφή που συνοδευόταν από σατανικά γέλια σκανταλιάς μεγάλης, ο Κώστας παραπατάει και σωριάζεται φαρδύς πλατύς. Σκίζει το παντελόνι του στο γόνατο και γεμίζει αίματα. Ο Κώστας ξεσπάει σε κλάματα. Ήξερε τι θα συμβεί… επιστρέφει σπίτι του, τον βλέπει η μάνα του η Ελένη, τον ρωτάει τι του συνέβη και ο διάλογος καταλήγει με ένα αλησμόνητο χαστούκι… του είχε ράψει η ίδια το παντελόνι. Τα έφερναν δύσκολα και έραβε μόνη της τα ρούχα της οικογένειας. Είχε βγάλει τα μάτια της στην ραπτομηχανή ξεπατικώνοντας το Bourda με τα έτοιμα πατρόν ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο. Ο Κώστας όρμησε κλαίγοντας στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον αδερφό του. Η Ελένη όρμησε επίσης στην κουζίνα και έβαλε και εκείνη τα κλάματα…

Δεκαετία ’80. Μια Ελλάδα που ξεχνούσε σιγά σιγά. Μια Ελλάδα που ονειρευόταν πως επιτέλους είχε έρθει η ώρα να σταματήσει να ζει στο ’60 της φτώχειας. Το ’70 το προσπέρασε αναγκαστικά γιατί έτρεχε να σωθεί από την ενοχή, την απογοήτευση και τη θλίψη που της φόρτωσαν κάτι παράξενοι τύποι που έπαιζαν τον «γιατρό» μαζί της με εφηβική έξαψη και απαίδευτα ιδεολογήματα απόρροια σεξουαλικής καταπίεσης. Και τώρα, κάθε της κίνηση, κάθε της σκέψη, κάθε βήμα ήταν ζυγισμένο από την αφόρητη και κουραστική ορμή για να προχωρήσει πάσει θυσία παρόλο που είχε εξαντληθεί τρέχοντας. Μια Ελλάδα που φόρτωνε ελπίδες και προσδοκίες στα μπαγκάζια της και ευχόταν τα βράδια να συναντήσει λωτοφάγους στο διάβα της. Δεν ήθελε την Ιθάκη. Να βρει καινούρια Ιθάκη έψαχνε. Και τελικά, συνάντησε όντως τους μυστήριους λωτοφάγους…

Και η ιστορία του Κώστα, με έναν μυστήριο τρόπο, μπήκε στις σελίδες ημερολογίου που παραπέμπει στο ’60. Και ο Κώστας, η Ελένη, η Αργυρώ, ο Βασίλης, η Κατερίνα και ο Αλέξανδρος δεν ξαναμίλησαν ποτέ για το ’80. Το συλλογικό ασυνείδητο μιας ολόκληρης χώρας απαρνήθηκε μια ολόκληρη δεκαετία. Ήθελε να την ξεχάσει και την ξέχασε. Προτίμησε να μάθει τα επιτόκια δανεισμού, τα μερίσματα, το περίφημο μάρκετινγκ, το life style. Σαν παιδί που ανακαλύπτει τη μαγεία των χρωμάτων και χαμογελάει καθώς η έξαψη της ανακάλυψης τον γαργαλάει γλυκά… είχε ξετρυπώσει καινούρια Ιθάκη και η εντολή ήταν πρόσω ολοταχώς…

Ο Κώστας, η Ελένη, η Αργυρώ, ο Βασίλης, η Κατερίνα και ο Αλέξανδρος, χτες πήγαν πρωί πρωί στην τράπεζα για επαναδιαπραγμάτευση του στεγαστικού, του καταναλωτικού, του επαγγελματικού. Πέρασαν απ’ το λογιστήριο να πάρουν την αποζημίωση, πέρασαν από τα αγγλικά του παιδιού να πληρώσουν δύο μήνες καθυστερημένους. Πέρασαν τη ζωή τους από το κομπιουτεράκι και τα όνειρά τους από την ζυγαριά. Και συναντήθηκαν χωρίς να γνωρίζονται και χωρίς να έχουν πουν κάτι ο ένας στον άλλο - από σεβασμό και γνώση όχι από ντροπή – στον καφενέ με ποτήρι ούζο και κοιτούσαν απέναντι, σε τοίχο γκαράζ, σαν σε θερινό σινεμά. Ήμουν εκεί και είδα την ταινία. Έξυπνο σενάριο, πλοκή έντονη, σασπένς και δράση. Και στο τέλος περίπατος αργός να καταλάβουμε την ταύτιση με τους ήρωες…

Το ταξίδι σωστό, η Ιθάκη λάθος. Το ’60 έκανες καλά και πάλαιψες σπουδαία και σ’ ερωτεύτηκαν. Το ’70 δεν είχες την πολυτέλεια και έτρεχες να γλυτώσεις και σε παντρεύτηκαν. Το ’80 έτρεξες να ξεχάσεις και το ’90 ήταν ήδη πολύ αργά γιατί είχατε παιδιά μαζί και παππούδες σε κλινική. Προσπάθησαν να στο πουν, αλλά όχι αρκετά. Η μέθη του ονείρου ήταν ασυναγώνιστη. Και τώρα, τώρα που δεν έχεις και πάλι την πολυτέλεια και καταλαβαίνεις ότι πρέπει να τρέξεις για να γλυτώσεις, είσαι ήδη πολύ κουρασμένος. Και δεν θα πας πουθενά. Θα κάτσεις στον καφενέ, θα πιεις το ούζο σου, θα δεις τα προσεχώς, και ύστερα θα περπατήσεις μέχρι το σπίτι σου και θα κοιμηθείς. Σιωπηλός. Θα είμαι κι εγώ εκεί. Θα σε κοιτάξω, θα καταλάβω, θα σου χαμογελάσω και θα σε συνοδεύσω σπίτι…

Η αγάπη ξεκινάει από μια συγνώμη. Κι όταν αναλάβει η αγάπη να σε πάει σπίτι γιατί θα ξέρει και θα έχει δει ποιος είσαι στ’ αλήθεια, θα έχεις αλλάξει για πάντα. Στο υπόσχομαι…

Η καλή εκδοχή και ο ελληνικός ποιμενικός

Ψιτ! Πάλι εδώ? Βέβαια βέβαια! Λοιπόν, το soundtrack τούτης της συναρπαστικής όσο και γενναίας ανάγνωσης σήμερα, σαν κορίτσι που του έταξαν μονόπετρο, θέλει Playground Noise… όλο το δίσκο και άστο να παίζει… θα καταλάβεις μετά… έλα… είπαμε. Πας δίπλα, myspace κτλ κτλ…

Αν στο ΙΙ γέλασες και στο ΙΙΙ δάκρυσες πάμε καλά. Σ’ έχω. Τώρα θα τσαντιστείς. Την καλή εκδοχή θα στην εξηγήσω αργότερα. Αν καταλήξω ότι σε αφορά. Σε ότι με αφορά, οι ευχές και η οποιαδήποτε αισιοδοξία αναφέρεται σε ένα το πολύ 10% των εκεί έξω. Για τους άλλους ισχύει ολόψυχα το έξω από δω. Τους προτρέπω με δόξες και τιμές, να ξεκινήσουν με τα cayenne τους και την ανδρική (παρατρίχα) δίχαλη σαγιονάρα εξόδου που αναδεικνύει μια σέξι εκδοχή του ‘κορίτσι μύγδαλα’, να απελευθερώσουν καμιά αλύτρωτη, μπας και συνεχίσουμε με την ησυχία μας τα ανθελληνικά μας σχέδια συνομωσίας και αλλοτρίωσης.

Ελληνικός ποιμενικός, συναρπαστική ράτσα! Φώναξες για το αβέρωφ τρομάρα σου. Θυμήθηκες ένδοξα κάτι περίπου και θύμωσες με εκείνους τους βρωμιάρηδες τους πλούσιους για τον τσαμπουκά του ευρώ τους - όσο για την αξιότιμη κυρία Πως την λένε να δεις? (που έκανε τα panta να μοιάζουν δεσποινίς) δεν έχω κανένα σχόλιο… τα ΑΜΕΑ αξίζουν την φροντίδα μας και την αγάπη μας - . Για τα συνθήματα των golden eggs στο 2ο δημοτικό σχολείο Ν. Φαλήρου ούτε λέξη. Και κοίτα καλά τι θα πεις διότι αν υποψιαστώ ότι τα παιδάκια αρχίσουν να με ρωτάνε σε πόσα αρώματα κυκλοφορεί το σαπούνι από μετανάστες, θα φάει η μύγα ‘αυτόνομο’ και το κουνούπι επωμίδες. Άσε που μου κάνεις χάλια το πεζοδρόμιο με τα πούπουλα από την περικεφαλαία. Πρέπει εδώ να σου πω βέβαια πως εμένα μου αρέσεις ξυρισμένος γιατί μου θυμίζεις ένα videogame με κάτι αντίστοιχης αισθητικής πλάσματα που συνήθιζα να κάνω κιμά με την πιστόλα μου, και ειλικρινά με συγκινείς με τους συνειρμούς της κατά τ’ άλλα μάλλον προβληματικής παιδικής ηλικίας μου.

Αστείε έλληνα (με μικρό ε)! Είχες τους καλύτερους δίπλα σου. Δεν τους πήρες μυρωδιά. Τώρα που λείπουν και δεν σ’ ενοχλούν, τους τιμάς όπως χτυπάς παλαμάκια στα λαικότροπα κέντρα πολιτιστικής διάχυσης. Και φυσικά για να μην έχεις πάλι μπλεξίματα, δεν υπάρχει κανείς να τους διαδεχτεί, λές εσύ τώρα. Είσαι πολύ διαβασμένος (αγόρι βαρβάτο εσύ), πολύ καλά πληροφορημένος, πολύ συνειδητοποιημένος και πολύ έλλην (με μικρό). Τα ξέρεις όλα και με συναρπάζεις. Έχεις πάντα 3 κατεβατά επιχειρήματα με παραπομπές σε βιβλία ανά δύο ατάκες και μου ματώνεις την αυτοπεποίθηση – σε παρακαλώ όχι άλλο με τσάκισες λυπήσου με - . Νιώθεις και εσύ την μοναξιά του σοφού και φτιάχνεσαι τα βράδια με βυζαντινούς δον κιχώτες στο πιο ορθόδοξο – δηλαδή η μπέρτα αλλάζει μη φανταστείς τίποτα τρελό - . Πας ασορτί συνήθως με μπάρες 50κιλες, αποτρίχωση ανάλογα με την επαγγελματική κατάσταση ή το πόσο πέτυχε το εξτένσιον στην γλυκύτατη ‘θα σε κάνω μάνα μωρή’ θαυμάστρια, πας σε λαικές ταβέρνες με ύφος σαν να μπήκες στο (κάνας εβραίος θα το’ χει) Χίλτον και απαιτείς να γίνουν γαλανόλευκα τα γούδυς μιας και σου αρέσει πολύ το πρασινομπίφτεκο...

Αστείε έλληνα! Για να νιώσεις ότι πας κόντρα στο ρεύμα, μυήθηκες στα ανύπαρκτα μυστικά του δον Χουάν – όχι δον Ζουάν - (συνάδελφος απλώς) και ψώνισες (θύμα παραπλάνησης) κάτι στυλ πεγιότ για να την βρεις εναλλακτικά και να’ χεις να πουλάς τρέλα στα κοριτσάκια τύπου ‘θέλω να ξέρω’ μπας και βρεις παρτενέρ τσι προκοπής. Για την ιστορία, ο μόνος που γνωρίζω να είχε τα’ άντερα να πειραματιστεί επαρκώς στα πυροβολημένα άνωθεν μυθεύματα τώρα είναι ιδιοκτήτης loft 1x2 σε πάρκο δραστηριοτήτων και περισσυλογής για γκοθάδες. Μυήθηκες σε αφόρητα ανύπαρκτες λέσχες και κρυφές ομάδες που ακόμα τσακώνονται αν είναι 500 ή 400, που αν τύχει και δεν χτενίζονται, πρόκειται οσονούπω να απελευθερώσουν το λαουτζίκο από την φτώχεια και τη λατέρνα – ά ναι! Και τον καπιταλισμό - και που φυσικά είναι τόσο κρυφή η δραστηριότητά τους που υπάρχουν μόλις 1345 -kati son- συγγραφείς με αποκλειστικές πληροφορίες και έγγραφα ενσαρκώνοντας το αμίμητο ‘πιστεύω άρα είμαι βλαμμένος’! δηλώνεις αναρχικός, αντι-εξουσιαστής, νομίζεις ότι έμαθες τι είναι αυτά, έχεις αντίσκηνο, δεν έχεις ακουστά τον gobrovitz (αν γράφεται έτσι δεν θυμάμαι), ακούς underground και ψάχνεις για το κατάλληλο tattoo με ιδεογράμματα που πια λόγω ζήτησης έχουν δώσει στον κινέζο τουλάχιστον άλλα 34 γράμματα να έχει να παίζει – δες τον Κομφούκιο με άλλο μάτι - . Είσαι ζεν και με ταράζεις (ωραίος δίσκος βασικά), είσαι και πολύ φενγκ σούι μάνα μου και έχεις πλακωθεί τελευταία στις πιλάτες και στα σπα… τα σπάς!

Αστείε έλληνα! Εγώ ως γνήσιο τέκνο μηδενιστικής ωραιοπάθειας, οφείλω να σου πω πως είσαι ένα και το αυτό. Αν κατάλαβες ότι οι δύο παράγραφοι άνωθεν μιλάνε για δύο ξεχωριστές φυλές, ήδη με κάνεις να γουργουρίζω από ρίγη ικανοποίησης για τις αναπόφευκτες συνέπειες της βλακείας σου. Θα σου πω ωστόσο για εκείνο το 10% που αν και δεν πιστεύω ότι με θέλουν στην παιδική χαρά τους καθότι ο ομιλών ημιμαθής και άγαρμπος, είναι το γιασεμί πλάι στο βόθρο της διανόησής σου. Όπως δηλαδή έκαναν οι παλιοί στα πριν την αναπαλαίωση σπιτάκια χωρίς αποχέτευση. Γιασεμί και νυχτολούλουδο. Και νεράτζι στο δρόμο που έπαιζες κάποτε μπάλα και σε κυνηγούσε ο κυρ Ηλίας γιατί είχες κάνει καυτό από καμπύλες το zastava με τα πέναλτι που αστοχούσες.

Το 10% είναι σαν να λέμε μια κρυφή κοινότητα που ζει ερήμην της κενότητάς σου. Είναι μια συνωμοσία των σπουδαίων που θα κληρονομήσει τον οχετό που θα αφήσεις πέφτοντας. Όταν γνωρίζουν δεν μιλούν, όταν δεν γνωρίζουν ρωτούν και όταν ενθουσιάζονται αγαπούν. Είναι η αγκαλιά που δεν αξίζουμε, το φιλί που δεν κερδίσαμε, ο έρωτας που θα μας διαψεύσει. Είναι η καλή εκδοχή των ονείρων που δεν θα πραγματώσουμε. Η καλή νεράιδα που θα σώσει την πριγκηπέσα και θα της βρει ένα καλό παιδί να την φιλήσει και να της περάσει η καούρα απ’ το μήλο. Που ανταμώνει πάντα με χαμόγελο, που χωρίζει πάντα με δάκρυ, που τολμά να αγαπά για τον εαυτό της και όχι τον εαυτό της. Μια γλυκιά εξαίρεση που θα σου έκανε την καλύτερη γιορτή της ζωής σου. Μια σπουδαία παρένθεση στο χάλι που αποκαλείς αισθητική, μια αισθητική περί αγάπης, ύπαρξης, ζωής που σε πνίγει βλαμμένε και δεν έμαθες να κριτικάρεις εντός σου. Ή θα μου πεις ότι δεν πρόλαβες. Πάλι…

Την συνωμοσία των σπουδαίων θα την φυλάξω για μένα και τα παιδιά σου. Θα σε αφήσω να τολμήσεις να γίνεις άξιος να την γνωρίσεις μόνος σου. Αν προλάβεις. Υπάρχει, και θα χαρώ να στο τρίψω στη μούρη όταν τολμήσεις να το διαψεύσεις και αυτό όπως τόσα άλλα στη ζωίτσα σου. Ζει δίπλα, γράφει, διαβάζει, παίζει μουσική. Έχει λόγο, άποψη και δεν φοβάται να την αλλάξει αν κάνει λάθος. Εργάζεται, είναι καλή φίλη, πιστή σύντροφος εκεί που πρέπει και η ζωή της είναι ότι καλύτερο έχει απομείνει σ’ αυτό τον κόσμο για να εξηγήσει τι σημαίνει πραγματικά η αξιοπρέπεια. Είμαι περήφανος που την ξέρω με ονόματα, διευθύνσεις και αρώματα και θα έχω πάντα ένα λόγο να νιώθω ευγνώμων που αν και under qualified υποψήφιο μέλος με γνωρίζει και εκείνη και θα χαρεί να με δει… Ψάξε. Αν προλάβεις…

Η φωνή εντός σου…

Αυτή τη φορά δεν θα σου κάνω πλάκα. Δεν θα γελάσεις. Θα σου χαμογελάσω. Θα σου φερθώ τρυφερά. Όμορφα. Γλυκά. Και ξέρω θα πονέσεις. Και θέλω να πονέσεις. Προσπαθείς με τόσο κόπο να το αποφύγεις που με προκαλείς. Και ξέρω γιατί θες να το αποφύγεις. Σε καταλαβαίνω. Σε βλέπω και σε νιώθω. Αυτό που δεν σου έμαθαν είναι πως η κατανόηση δεν είναι αποδοχή. Είναι απλώς μια ευκαιρία. Μια σπουδαία ευκαιρία να λάμψεις στο έρεβός σου. Κι όταν λάμψεις θα καταλάβεις κι εσύ. Άκουσα πάλι εκείνο το τραγούδι με τίτλο ‘όμορφοι κι ηττημένοι’. Και σε σκέφτηκα. Και ήθελα να αλλάξω τον τίτλο. Θα ήταν λίγο πιο άχαρος αλλά πιο ακριβής για όσα θέλω να πω και ας με συγχωρήσουν, που μετονόμασα εντός μου το παιδί τους, ο Αλέξανδρος κι η Μαρία. ‘όμορφοι γιατί ηττημένοι’.

Ζεις ήδη πολύ καιρό με τις ενοχές σου. Τις κρύβεις, τις φροντίζεις, τις ντύνεις και τις παίρνεις μαζί σου στα ραντεβού σου με την ζωή. Σαν μια σκουριά που βάφεις και ξαναβάφεις για να μην φαίνεται και να μην λερώνει το άγγιγμα. Κι αν κάποιος θελήσει να αγγίξει, ντρέπεσαι μην τυχόν και καταλάβει. Και τον απομακρύνεις όπως όπως ή με τακτ αν προλάβεις. Αγαπάς την υστεροφημία επειδή δέχτηκες πως τίποτα δεν διαρκεί. Δεν θες να γίνεις σπουδαίος. Θες να μοιάζεις σπουδαίος. Έτσι κι αλλιώς δεν θα αφήσεις ποτέ κανένα να δει την αλήθεια. Και είσαι τόσο μα τόσο σπουδαίος και δεν το ξέρει κανείς. Και η ενοχή πανταχού παρούσα. Διότι ξέχασες να συγχωρήσεις τον εαυτό σου και ζεις ως αθώος. Και δεν θες να συγχωρεθείς για να μην μετανιώσεις. Δεν θες να μετανιώνεις για τίποτα. Δεν σου έμαθαν πως δεν απαρνούμαστε όταν μετανοούμε.

Διότι δεν ξεχνάμε ποτέ τίποτα. Κι εσύ προσπαθείς εναγωνίως το μάταιο. Να ξεχάσεις. Να χαθείς αντί να λυτρωθείς. Να γαληνέψεις που δεν νιώθεις να πονάς, αντί να χαρείς που νίκησες τον πόνο. Να εκμηδενίσεις υπό τον φόβο να εκμηδενιστείς. Και φυσικά βρίσκεις τη δύναμη να λυγίσεις βουνά και να καταπιείς ηφαίστεια για μιας νύχτας ύπνο. Και σε θαυμάζουν. Και σε χαϊδεύουν. Και σου χαρίζονται. Και σ’ αγαπούν. Λένε. Και ξαναλένε. Και δεν βλέπουν. Τους έχεις διαλέξει έναν έναν. Κανείς δεν θα σε πονέσει. Θα σε αγαπούν μονάχα. Γι’ αυτό που είσαι, λες. Γι’ αυτό που θες να είσαι, λέω. Δεν γνωρίζουν. Και θα είναι πάντα εκεί, λες. Και θα στέκονται πάντα στον προθάλαμο που έφτιαξες, λέω. Κανείς στο κρεβάτι. Στο σαλόνι μονάχα. Με σουβέρ και χαρτοπετσέτες. Με αρωματικά και χαμόγελα. Με δώρα και χαρές και εκπλήξεις που ήδη έχεις φανταστεί. Σε έμαθαν πως δεν υπάρχει άλλο. Σου είπαν πειστικά πως έτσι γίνεται όταν μεγαλώνεις.

Και κάποια στιγμή… ναι υπήρξε μια στιγμή τέτοια… θυμάσαι αμυδρά πως υπήρξε σίγουρα μια στιγμή που σε κάνει να νιώθεις άβολα να περιγράψεις και να ερμηνεύσεις. Που σε ταράζει να θυμηθείς τι είπες και γιατί. Που σου προκαλεί ίλιγγο μια ανεξήγητη υποψία πως αν ανοίξεις αυτό το κουτί θα πρέπει να πονέσεις από την ανάγκη να μετανιώσεις που ξέχασες. Μια μικρούλα στιγμή που σου προκαλούσε πονοκέφαλο γιατί έμοιαζε να χωράει ολόκληρη τη ζωή και σε μπέρδευε το παράδοξο. Που ένιωσες γυμνός απέναντι στο φόβο. Απέναντι στο φως. Μέχρι που νόμισες πως ξαφνικά κρύωνες αδικαιολόγητα. Γύρισες μια μέρα σπίτι και βρήκες όλα τα ντουλάπια ανοιχτά. Όλες τις πόρτες ξεκλείδωτες. Όλα τα γράμματα και τις φωτογραφίες στο κρεβάτι. Και κατάλαβες. Και τρόμαξες. Και δεν έβρισκες λέξη. Και έπρεπε οπωσδήποτε να βρεις να πεις κάτι. Έκρυβες τόσο καιρό μια προσευχή και δεν τολμούσες να την κάνεις. Ήθελες τόσο μα δεν τολμούσες. Ήλπιζες να συμβεί ερήμην σου. Και έτρεμες στην ιδέα πως συνέβη. Δεν είχες προετοιμαστεί. Δεν σου έμαθαν να μπορείς αυτό που θέλεις. Συνήθισες στην ιδέα πως δεν μπορείς τόσο, που νόμισες πως δεν θέλεις πια. Και τώρα που ξαφνικά και χωρίς να ερωτηθείς, μπορούσες, έμοιαζες να μην θέλεις… έλεγες. Και δεν ήξερες πια ούτε τι μπορείς, ούτε τι θέλεις. Και περίμενες.

Έμαθες να μην αξίζεις τον έρωτα και τον αγαπούν τα όνειρά σου αντί να τον ζεις. Σου είπαν πως ο έρωτας είναι αυτόχειρας και μιας και δεν υπήρξε ένσταση στο σαλόνι, το κατάπιες αμάσητο. Οι μεγάλοι έρωτες γίνονται φαντάσματα, λες. Οι μεγάλοι έρωτες έχουν το θάρρος να ζουν, λέω. Σου είπαν όλοι πως είναι ο ένας. Ο ένας σου είπε πως ελπίζει να τον δεις. Σου είπαν όλοι ότι τους ανήκεις. Ο ένας σου είπε ότι σου ανήκει. Σου είπαν όλοι ότι θα σε περιμένουν και σε έκαναν να περιμένεις. Ο ένας σε περίμενε μόνος όσο εσύ περίμενες για να μην μείνεις μόνος. Και έγινε αφοσίωση. Και έγινε πίστη. Και έγινε δύναμη. Και παρέμεινε. Κι εσύ περίμενες. Και περίμενες πολύ. Και κουράστηκες. Και τώρα περιμένεις να ξεχάσεις για να μην μετανιώσεις. Γιατί αν μετανιώσεις φοβάσαι πως θα χρειαστεί να περιμένεις και πάλι. Και δεν αντέχεις άλλο να περιμένεις. Ξόδεψες όλο σου το θράσος να μην περιμένεις το χτες, και ξέχασες να έχεις θάρρος να περιμένεις για το αύριο. Θες μονάχα να κοιμηθείς. Τώρα. Μόνο για τώρα, λες. Λίγο. Λίγο ακόμα…

Κι εγώ… ο εαυτός σου, που τόσο περίμενα μαζί σου, σε αγαπάω ήδη. Γιατί σε ξέρω. Γιατί σε είδα. Γιατί είμαι εσύ. Εγώ, ο εαυτός σου, είμαι τα ντουλάπια, τα συρτάρια και οι πόρτες. Εγώ τα άνοιξα. Με εμένα θύμωσες. Εμένα προσπαθείς να ξεχάσεις. Εγώ, ο εαυτός σου, σε έχω ήδη συγχωρήσει. Έχω ήδη μετανιώσει. Έχω ήδη τις ενοχές σου στην πλάτη μου και τραβάω για την θάλασσα. Έχω ήδη χαρεί που δεν πονάω πια. Εγώ, ο εαυτός σου, είμαι ήδη ο έρωτας. Η δύναμη. Η πίστη. Η αφοσίωση. Εγώ είμαι ο ένας και εσύ οι όλοι. Για αυτό σε πονάω. Εγώ, ο εαυτός σου, είμαι ήδη στο κρεβάτι και κρατώ στις χούφτες μου τα όνειρα της αναμονής σου. Εγώ τα παίρνω απ’ το χέρι και τραβάω για τη θάλασσα. Εγώ, ο εαυτός σου, σε περιμένω… λίγο. Λίγο ακόμα…